Καλώς ορίσατε, Επισκέπτης. Παρακαλούμε συνδεθείτε ή εγγραφείτε.

Σύνδεση με όνομα, κωδικό και διάρκεια σύνδεσης

 
Σύνθετη αναζήτηση

89 μηνύματα σε 88 θέματα- από 164 μέλη - Τελευταίο μέλος: Α.Π.
Σελίδες: [1]   Κάτω
Εκτύπωση
Αποστολέας Θέμα: Η Καβαφική ειρωνεία  (Αναγνώστηκε 2967 φορές)
0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.
chara
Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Δωδεκανήσου.
Global Moderator
Newbie
*****
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Φύλο: Γυναίκα
Μηνύματα: 7


Χαρά Κοσεγιάν


WWW
« στις: Νοέμβριος 30, 2007, 08:25:50 πμ »

Ζωή Μπέλλα, Σύμβουλος Φιλολόγων.

"Αν κανείς θελήσει ποτέ να προκαλέσει σε κάποιον άλλο διανοητική και συντακτική σύγχυση, θ’ ανακαλύψει ότι από τις λίγες αποτελεσματικές μεθόδους είναι να του ζητήσει να γράψει στη στιγμή έναν ορισμό της ειρωνείας» (Muecke, 1974: 18).
Βέβαια είναι εύκολο να απαντήσουμε ότι «Ειρωνεία είναι να λες κάτι αλλά να εννοείς το αντίθετο», να κατηγορεί κανείς επαινώντας κάποιον ή να επαινεί κατηγορώντας τον κ.ο.κ. Αλλά και πάλι ο Muecke αντιτείνει: μήπως δεν είναι "ειρωνικό το θέαμα ενός πορτοφολά που του κλέβουν το πορτοφόλι την ώρα που ο ίδιος κάνει ήσυχα ήσυχα τη συνηθισμένη του δουλειά... [Αν ναι], «πώς θα έπρεπε να τροποποιηθεί ο ορισμός ώστε να περιλαμβάνει και περιπτώσεις σας αυτές;».
Έχουν γίνει διάφορες προσπάθειες για κατηγοριοποίηση των ειδών της ειρωνείας, σωκρατική, τραγική, δραματική, κωμική, δηκτική, ειρωνεία των τρόπων, ειρωνεία των χαρακτήρων, ειρωνεία των καταστάσεων (ονομασίες διαφορετικές ή που καλύπτουν ενμέρει το ίδιο είδος), οι οποίες και διευκολύνουν την κατανόηση του φαινομένου αλλά και περιπλέκουν, ενώ δεν έλλειψε η σύγχυση των όρων ειρωνεία, σάτιρα, σαρκασμός, χιούμορ. Η ειρωνεία, λοιπόν, δεν είναι απλό φαινόμενο, ενώ η ιστορία της συνυφαίνεται με την ίδια την ιστορία του πολιτισμού.
Υπάρχει στον Όμηρο ως ειρωνεία καταστάσεων (λχ. η σκηνή των μνηστήρων, οι οποίοι παρακολουθούν τον Οδυσσέα να περιεργάζεται το τόξο και τολμούν να πουν: «για δες τον πώς ολούθε το γυροφέρνει ο κακορίζικος, χαμένος διακονιάρης» -οι ίδιοι θα αποδειχθούν σε λίγο κακορίζικοι), ενώ ως όνομα χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από τον Πλάτωνα στην Πολιτεία, από έναν συνομιλητή-θύμα του Σωκράτη, που τον κατηγορεί για τον «λεπτό χαμηλότονο τρόπο με τον οποίο κοροϊδεύει τους ανθρώπους». Ο Κικέρων θεωρεί την ειρωνεία ως εκείνο το ρητορικό σχήμα με το οποίο κάποιος μπαίνει στη συζήτηση, κάτι σαν την «ευγενική πρόφαση» του Σωκράτη.
Για την ιστορική εξέλιξη της σημασίας του όρου πολύ χρήσιμα στοιχεία μπορεί να αντλήσει κανείς από το έργο του Muecke που ανέφερα, ενώ το πλήθος των σύγχρονων μελετών αποδεικνύουν την ευρύτερη σημασία που δόθηκε στο ρόλο της ειρωνείας από τη λογοτεχνία και την κριτική διεθνώς. Από την πλούσια βιβλιογραφία σχετικά με το θέμα θα ξεχωρίσω το σοφό βιβλίο μιας φοβερής φυσιογνωμίας των γραμμάτων και ιδιαίτερα της φιλοσοφίας μετά τον πόλεμο, του Vladimir Jankιlιvitch Η Ειρωνεία (1997, από τις εκδόσεις Πλέθρον, σε μετάφραση του εκλεκτού συναδέλφου Μ. Καραχάλιου), από το οποίο στη συνέχεια θα αντλήσω στοιχεία προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο την έννοια της ειρωνείας γενικά, όσο και ειδικότερα  της καβαφικής ειρωνείας.

1. Ο πρώτος είρων, ο Σωκράτης, κατά τον Jankιlιvitch «εξαρθρώνει με τις ερωτήσεις του τις συμπαγείς κοσμογονίες των Ιώνων και τον πνιγηρό μονισμό του Παρμενίδη». «Η σωκρατική ειρωνεία είναι μια ειρωνεία που ρωτά» (Jankιlιvitch 2002: 14). Ο Σωκράτης «μεθά [τους Αθηναίους] με διαλεκτική και με ακονισμένες ιδέες [...] είναι κάτι σαν ζωντανή τύψη [...] σπιρουνίζει, κόβει την ανάσα στους ασυνείδητους [...] τους ρίχνει στην αμηχανία της απορίας, της χαρακτηριστικής διαταραχής που προκαλεί η ειρωνεία: αυτός τε απορείς και τους άλλους ποιείς απορείν. [...]» (σ. 15, 16). Ο Σωκράτης «διαλύει τον εφησυχασμό της αυταρέσκειας, κάνει τους ανθρώπους λεπτολόγους, δύσκολους, δυσαρεστημένους με τον εαυτό τους, τους δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουν και να ορίσουν τον εαυτό τους» (σ. 17) [...] «μας αφαίρεσε για πάντα τη ‘μακάρια’ ευφορία της ασυνειδησίας» (σ. 18). 
Η εναλλαγή ερωτημάτων κι απαντήσεων, στο σωκρατικό διάλογο, επιτρέπει την  ανάλυση ιδεών. Η σκέψη, «πελεκίζοντας τον συμπαγή λόγο ... απελευθερώνεται ...» (σ. 24-25). «Η ειρωνεία μας παρουσιάζει τον καθρέφτη όπου η συνείδησή μας θα ανακλασθεί», αυτός ο καθρέφτης είναι «ο διαυγής, φρόνιμος καθρέφτης της ενδοσκόπησης και της αυτογνωσίας» (σ. 38).
Ο Καβάφης παίζει συχνά αυτό το σωκρατικό παιχνίδι. Πόσες φορές δεν παροτρύνει («πάντα στο νου σου να ’χεις την Ιθάκη», «Κι αν δεν μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως την θέλεις/ τούτο προσπάθησε τουλάχιστον/ όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις» «αποχαιρέτα την τη Αλεξάνδρεια...), δεν ελέγχει («τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις» [Σατραπεία]), και δεν αυτοελέγχεται («Τείχη», «Κεριά», «Απ’ τες εννιά»). Συχνά επίσης καταφεύγει σε μια ειρωνεία αποφθεγμάτων, κατά το πρότυπο του αγαπημένου του συγγραφέα Λουκιανού (χωρίς να φτάνει στις ακρότητες του ηθικού ριζοσπαστισμού εκείνου).
Η ειρωνεία «προϋποθέτει έναν συνομιλητή, πραγματικό ή δυνάμει, απ’ τον οποίο κρύπτεται κατά το ήμισυ [...] θα μπορούσε να ονομάζεται αλληγορία, ή καλύτερα ψευδολογία, γιατί σκέπτεται ένα πράγμα και, με τον τρόπο της, λέει ένα άλλο» (σ. 44). Ας θυμηθούμε το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» ή τον «Ηγεμόνα εκ Δυτικής Λιβύης». 
Αλλά, θα αναρωτηθεί κανείς, γιατί τόσο στραβοκοίταγμα προς την αλήθεια; Γιατί δεν λέμε τα πράγματα με το όνομά τους; «Eίναι παιδαγωγικό, λέει ο J., να αφήνεις να πλανηθεί το πνεύμα, ώστε ανεπαίσθητα να το στρέψεις σε μιαν από εκείνες τις βαρυσήμαντες αλήθειες που πλησιάζουμε μόνο λοξοπατώντας -γιατί θα συντριβούμε αν τις κοιτάξουμε κατάματα... Για να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί η ειρωνεία, χρειάζεται να καταλάβουμε τη διπλότητα της συνείδησης, με άλλα λόγια τη διάζευξη που γίνεται ολοένα σοβαρότερη ανάμεσα στο πνεύμα και στα σημεία του πνεύματος» (σ. 53). Συστατικά στοιχεία της ειρωνείας είναι η σιωπή, η αποσιώπηση, ο υπαινιγμός η λακωνικότητα (σ. 90).
«Το ειρωνικό είναι περίφραση του σοβαρού ... Εκεί που πέρασε η ειρωνεία υπάρχει περισσότερη αλήθεια ... οδηγεί το πνεύμα προς μια εσωτερικότητα πιο απαιτητική και ουσιώδη» (σ. 59).
 «...η ειρωνεία είναι μια ψευδής ψευδολογία, ένα ψέμμα που αυτοκαταστρέφεται ως ψέμμα την ώρα που προφέρεται... άπειρες μεταβάσεις είναι δυνατές ανάμεσα στη χονδροειδή και τη λεπτή ειρωνεία που την προδίδει ένας τόνος της φωνής, ένα νεύμα των ματιών, ένα επίθετο κάπως υπερβολικό... η ειρωνεία δεν θέλει να γίνει πιστευτή, θέλει να γίνει κατανοητή. Δηλαδή να ερμηνευθεί» (σ. 61).
Ο απλός ψεύτης περιφρονεί τον κοινωνικό του εταίρο... τον χρησιμοποιεί για να υπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα, για να κάνει τον άλλον να σωπάσει. (σ. 64). «Η ειρωνεία είναι ένα κάλεσμα ... που μας λέει: ολοκληρωθείτε, διορθώστε τον εαυτό σας και κρίνετε μονάχοι σας ... Η ειρωνεία του Σωκράτη γνώρισε τον συνομιλητή μέσα στη φιλία του διαλόγου» (σ. 65).
«Ο είρων προσποιείται ότι παίζει το παιχνίδι του εχθρού του, μιλά τη γλώσσα του... η ειρωνική συνείδηση λέει 'όχι' στο ίδιο της το ιδεώδες κι ύστερα αρνείται αυτήν την άρνηση... Αν η σκέψη δέχεται την καθυστέρηση της μεσολάβησης, δεν το κάνει χάριν ακκισμού, αλλά για να είναι οι προτάσεις της πιο εύρωστες. (76).
«το ειρωνεύεσθαι είναι να μιλάς με υπεκφυγές, χωρίς να δίνεις την εντύπωση πως ακούς ή καταλαβαίνεις, ή, όπως λέει ο Κικέρων, ‘χωρίς να φαίνεται πως εννοείς αυτό που εννοείς’ (De Oratore, II, 68)» (80).
‘Η ειρωνεία «αντιτίθεται στην αδιακρισία του κωμικού, που είναι εγκάρδιο και πληβειακό...οι μεγάλοι είρωνες δεν έχουν γράψει κωμωδίες....προξενεί το γέλιο για να το παγώσει αμέσως» (127). Μήπως «καθώς βρίσκεται μεταξύ κωμικού και τραγικού, είναι το σημείο της απάθειας όπου το γέλιο σωπαίνει, χωρίς τα δάκρυα να ’χουν ακόμα αναβλύσει;» (128).
«κείται πέραν του πεσσιμισμού και του οπτιμισμού, καθώς και πέραν της ηδονής και της οδύνης... εκδηλώνει την απελπισία της με χιούμορ και χαριτολογεί με πίκρα πάνω στην ίδια της την αγωνία» (132).
«Ο είρωνας παίρνει ύψος (‘Άνωθεν επιθεωρείν’: Μάρκος Αυρήλιος, Εις εαυτόν, ΙΧ, 30) κι αποκτά την πανοραμική θέα του αεροναύτη ... είναι χαρακτηριστικό της ειρωνείας να βεβαιώνει ταυτοχρόνως τη θετικότητα και την ατέλεια κάθε δημιουργήματος... κάνει να συνηχήσουν η τύψη με το χιούμορ» (156-57).
Η ειρωνεία είναι ακόμη σοβαρότερη από τη σοβαρότητα... ξέρει να περιμένει εκείνη τη μοναδική ευκαιρία να εκφράσει το ανείπωτο, να αγγίξει το αψηλάφητο... είναι το πνεύμα της λεπτότητας ... η ειρωνική απόσταση εξυπονοεί ότι το πρόσωπο του άλλου δεν βρίσκεται ολόκληρο εκτεθειμένο μπρος μας, επίπεδο, αλλά ότι μας επιφυλάσσει προβλήματα ... ότι υπάρχει σ’ αυτό μια πολλαπλότητα σύνθετων σχέσεων (163)
Ο είρωνας, διαλέγοντας να είναι άλλος από τον εαυτό του, αποκτά μιαν ύπαρξη ποικίλη, δραματική κι άπειρα τρυφερή ... επιθυμεί να διαφυλάξει μέσα του μιαν ορισμένη κρυφή βαθύτητα· απεχθάνεται να λέει πολύ νωρίς το ανείπωτο, και διατηρεί με επιτηδειότητα αυτό το ποιητικό και παρθένο κάτι που επιβιώνει μέσα μας, κάτω από τις πιο κραυγαλέες εκδηλώσεις του πάθους.  (165)
 «Η ειρωνεία είναι ανησυχία, μια ζωή δίχως ευκολίες ... λέει με τον τρόπο της πως όλη η ουσία του όντος είναι το γίγνεσθαι, πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος του είναι από το δεον-είναι, πως η συνείδηση είναι το αντίθετο του πράγματος. Είναι=γενέσθαι και έσεσθαι, το ον είναι η δυναμική του παρελθόντος και του μέλλοντός του, αυτή είναι η μεγάλη μπεργκσονική ανακάλυψη της νεωτερικότητάς μας» (177). «Ο είρωνας τη στιγμή που επιβάλλει στον εαυτό του την περιπλοκή της προσποίησης, δημιουργεί τεχνητά το εμπόδιο, αυτό το καταραμένο και ευπρόσδεκτο εμπόδιο, που χωρίς αυτό δεν υπάρχει δοκιμασία για την πράξη ούτε επιτυχία πειστική» (79).

2. «Τέτοια είναι ασφαλώς και η περίπτωση της καβαφικής ειρωνείας», γράφει ο Στ. Ροζάνης, «ένα τεχνητό εμπόδιο ... που ανατρέπει εξακολουθητικά τα έργα και τις ημέρες, τις πράξεις και τις προθέσεις των ηρώων της ποιητικής σκηνής ... αναστρέφει των πραγμάτων την τάξη, εναλλάσσει τα πεπραγμένα στο αντίθετό τους, εναλλάσσει τη σοφία με την αφροσύνη ... και γυρίζει διαρκώς τον τροχό της τύχης. Είναι άλλωστε η καβαφική ειρωνεία που θέτει ένα εμπόδιο στην ιστορικότητα. Που κάνει την ιστορικότητα των μορφών προσχηματική... Κάθε φορά που ένας ήρωας προβάλλει στην ποιητική σκηνή, υφίσταται μιαν ανηλεή σκηνοθεσία,  μια μεταμόρφωση και έναν μετασχηματισμό, μιαν ανατροπή των βλέψεών του ....» (Ροζάνης, σ. 104).
Σ' αυτό το σημείο συναντιέται ο Καβάφης με τη σύγχρονη ποίηση προαναγγέλλοντας τη νεωτερικότητα. Οι κριτικοί έχουν προσπαθήσει να εντοπίσουν τα στοιχεία της ειρωνείας του Κ. (Κωστίου, 2000: 228).
Ο Βρισιμιτζάκης εστιάζει στη χρήση του ιαμβικού μέτρου και αποκαλεί τον Κ. «ήρεμο και αφανή χλευαστή» ο οποίος βλέπει στις ματαιότητες των ανθρώπων το τραγικό τους μεγαλείο.
Ο Γιοφύλλης συλλαμβάνει ως ειρωνική τη ματιά του σύγχρονου ανθρώπου προς τις παλαιότερες εποχές.
Ο Τέλλος Άγρας κάνει λόγο για «τραγική ειρωνεία», ενώ ο Σεφέρης μιλάει για πρόκληση συγκίνησης μέσω «ενός κενού».
Ο Βελουδής εντοπίζει ως βασικά στοιχεία της ειρωνείας του την αποστασιοποίηση του ποιητή από το αναπαριστώμενο αντικείμενο, τη διπροσωπία των ηρώων ή αντι-ηρώων του, τη χρήση της μάσκας, τον παρενθετικό λόγο, τις παύλες, τα σχόλια κάποιου τρίτου προσώπου (π.χ. του ποιητή).
Ο Δάλλας θεωρεί ως βασικό συστατικό της ειρωνείας την «αποξενωτική λειτουργία», την απόσταση από το αντικείμενο παρατήρησης.
Ο Βαγενάς θεωρεί την ειρωνεία βασικό δομικό στοιχείο, ορίζοντάς την ως την αντίφαση ανάμεσα σ’ αυτό που φαίνεται και σ’ αυτό που είναι πραγματικά, επαναφέροντας την ορολογία του Muecke για λεκτική ειρωνεία και ειρωνεία των καταστάσεων. «Με τη λεκτική ειρωνεία ο Κ. δηλώνει έννοιες και αισθήματα που δεν υπάρχουν στις λέξεις που χρησιμοποιεί και τα οποία είναι αντίθετα ή αντιφατικά προς τις έννοιες που αυτές δηλώνουν. Με την ειρωνεία των καταστάσεων δημιουργεί αντιφατικές  περιστάσεις, οι οποίες, όταν δηλώνεται ή αποκαλύπτεται η πραγματική φύση των πραγμάτων, δείχνουν πως οι απόψεις που έχουν οι ήρωές του για την πραγματικότητα είναι τραγικές αυταπάτες». Η μοναδικότητα της καβαφικής ποίησης έγκειται στη μοναδική μείξη λεκτικής ειρωνείας και ειρωνείας καταστάσεων. Ο Beaton θεωρεί ότι η πολυσημία της ειρωνείας του Κ. και η άρνησή του να εκφράσει μια αλήθεια λειτουργεί ως μεταφορά του εξωτερικού κόσμου.
Ο Christopher Robinson εξισώνει την καβαφική ειρωνεία με το συνδυασμό διαφορετικών οπτικών γωνιών. 
Ο Ροζάνης συνοψίζει πολύ εύστοχα: ο είρωνας αυτός «εν επιγνώσει στήνει μια παγίδα μέσα στην οποία ρίχνει τον κόσμο, προσποιούμενος τον ήρεμο παρατηρητή και/ή αφηγητή των ανθρωπίνων».
Η ειρωνεία στον Καβάφη είναι η τεχνική της απόκρυψης μιας άλλης αλήθειας πίσω από την αλήθεια της επιφάνειας του κειμένου. Είναι αντανάκλαση ενός τρόπου θέασης των πραγμάτων, που βλέπει τον κόσμο ως ένα πεδίο αντιθέσεων ανάμεσα στα φαινόμενα και την πραγματικότητα, με άλλα λόγια μιας αντιφατικής αίσθησης του κόσμου. Η καβαφική ειρωνεία είναι ένα σύστημα αντιθέσεων -το δείχνει εξάλλου και ο συνδυασμός δημοτικής και καθαρεύουσας που είναι κύρια πηγή έντασης της λεκτικής ειρωνείας- αλλά και ένα σύνολο σκέψεων και συναισθημάτων που υπονοούνται (λεκτική και δραματική ειρωνεία). Με την δραματική ειρωνεία ο Κ. υποβάλλει νοήματα που δεν βρίσκονται στις λέξεις του και που συχνά είναι αντίθετα από το νόημα που αυτές εκφράζουν. "Η λεκτική ειρωνεία εντείνει τη δραματική, με την οποία δημιουργούνται αντιθέσεις καταστάσεων που, υποβάλλουν ή αποκαλύπτουν  την αληθινή όψη των πραγμάτων και αποδεικνύουν ότι η ιδέα των ηρώων του για τα πράγματα είναι μια τραγική αυταπάτη" .
Γι' αυτό και κάθε ανάγνωση που αναζητεί απλώς το ιστορικό γεγονός και το ηθικό μήνυμα και αγνοεί ή προσπερνά τον είρωνα Καβάφη είναι μια ελλιπής ή και αδόκιμη ανάγνωση. Αυτός ο ποιητής μας διδάσκει "γοητεύοντάς" μας και οδηγώντας μας στη θεώρηση της αλήθειας μέσ' από τα δικά του μονοπάτια, τα οποία οφείλουμε να ακολουθήσουμε αν την αλήθεια του τη θέλουμε ολόκληρη. Ο Κ. σκέφτηκε πολύ τις "καταθέσεις του στην Τράπεζα του Μέλλοντος ("Τράπεζα του Μέλλοντος", 1897)
   Εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
   Πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βάλω.
   Κεφάλαια μεγάλ' αν έχει αμφιβάλλω.
   Κι άρχισα να φοβούμαι μη στην πρωτη κριση
   Τας πληρωμάς της σταματήσει.
Αλλά το 1921 γνωρίζει καλά τις εκόμισε ("Εκόμισα εις την Τέχνην"):
   Κάθομαι και ρεμβάζω. Επιθυμίες κ' αισθήσεις
   Εκόμισα εις την Τέχνην -κάτι μισοειδωμένα,
πρόσωπα ή γραμμές• ερώτων ατελών
κάτι αβέβαιες μνήμες. Ας αφεθώ σ' αυτήν.
Ξέρει να σχηματίσει Μορφήν της Καλλονής•
σχεδόν ανεπαισθήτως τον βίον συμπληρούσα,
συνδυάζουσα εντυπώσεις, συνδυαζουσα τες μέρες.

Παρ' όλη τη συγκρατημένη έπαρση είναι σίγουρος ότι εκόμισε κάτι μεγάλο (Πολύ Σπανίως", Α 49):
   Έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε.
   Στα μάτια των τα ζωηρά περνούν οπτασίες του.
   Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
   η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
   με την δική του έκφανση του ωραίου συγκινούνται.

Ζωή Μπέλλα, Σύμβουλος Φιλολόγων

 
     Κ.Π. Καβάφη, Στα 200 π.Χ.
[γράφτηκε το 1931]

ΧΡΟΝΟΣ: 200π.Χ., εποχή ακμής του ελληνισμού των παροικιών.
ΤΟΠΟΣ: κάποια ελληνική παροικία (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια...)
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ
Βλ. εισαγωγή σχολικού βιβλίου.
[Η σημασία των επιγραφών για την καβαφική έμπνευση - βλ. «Καισαρίων»]
Ο ΑΦΗΓΗΤΗΣ
1.    Πού εμφανίζεται και ποια στοιχεία συνθέτουν την ταυτότητά του (να αξιοποιηθεί ο τίτλος και οι στ. 1, 21-30): κάποιος Έλληνας της Αλεξανδρινής εποχής («βγήκαμ’ εμείς/ελληνικός, καινούριος κόσμος, μέγας.»).
2.    Ποια είναι η ποιητική αφόρμηση: η επιγραφή «Πλην Λακεδαιμονίων».
3.    Οι ενέργειές του:
    - παρατηρεί και αφηγείται: την πράξη των Λακεδαιμονίων, τα κατορθώματα των υπολοίπων Ελλήνων με αρχηγό τον Αλέξανδρο. Τα αποτελέσματα της   «πανελλήνιας εκστρατείας».
    - κρίνει, στοχάζεται: φαίνεται να συμφωνεί με τα δρώμενα των Λακεδαιμονίων (φαινομενική αποδοχή): στ. 4-10 («μα φυσικά... Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται.». Παράλληλο: «Εν Σπάρτ¨».
    - εκφράζει συναισθήματα: αυτοθαυμασμός και υπερηφάνεια («βγήκαμ’ εμείς... Εμείς οι...»), υπεροψία και περιφρόνηση («Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!»). Η ελληνικότητα («Κοινή Ελληνική Λαλιά»). Άλλα παράλληλα για ανάδειξη του θέματος (π.χ. «Παλαιόθεν Ελληνίς», «Ποσειδωνιάται», «Εις Ιταλικήν παραλίαν», «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης», «Εν Δήμω της Μικράς Ασίας).

Η ΕΙΡΩΝΕΙΑ
1.    Λεκτική (1ου επιπέδου): είρων ο Έλληνας αφηγητής (στοιχεία ταυτότητας): φαινομενική/υποκριτική αποδοχή της στάσης των Λακεδαιμονίων. Αντιστροφή: η απόρριψη.
2.    Δραματική (2ου επιπέδου): έχει στόχο τον ίδιο τον αφηγητή. Είρων ο Καβάφης, ο κάθε αναγνώστης μέσ’ από την ιστορική θεώρηση των γεγονότων:
    - παρακμή του παροικιακού ελληνισμού, πτώση των ελληνιστικών βασιλείων στους Ρωμαίους,
    - σύνδεση με τα γεγονότα τα ης Μικρασιατικής καταστροφής.
Σύγκριση με το ποίημα «Eν Μεγάλ• Ελληνικ Aποικί, 200 π.Χ.»
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ-ΔΙΔΑΓΜΑ (διαχρονικό πολιτικό σχόλιο):
Οι λαοί πρέπει να λαβαίνουν άμεσα τα μηνύματα των καιρών και να ανταποκρίνονται κατάλληλα.
Δεν γνωρίζουμε τι μας επιφυλάσσει η ιστορία (ανατροπές, εναλλαγή λαών στο προσκήνιο της ιστορίας). Τα ίδια τα στοιχεία δύναμης υπονομεύουν την ευημερία. Απαιτείται περίσκεψη, όχι υπεροψία.
ΟΙ ΙΔΙΟΤΥΠΙΕΣ ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ
Πεζολογικός αφηγηματικός τόνος: ανάπτυξη ιστορίας, σχόλια.
Λυρική έξαρση (έκφραση αισθημάτων): συσσώρευση επιθέτων (στ. 17-22) και  ουσιαστικών, ασύνδετα, πολυσύνδετα (στ. 23-31).
Επαναλήψεις λέξεων και στίχων. Γλωσσικές ιδιοτυπίες. Επιλογές συγκεκριμένων λέξεων.
                       
Ζωή Μπέλλα, Σύμβουλος Φιλολόγων
Καταγράφηκε
Σελίδες: [1]   Πάνω
Εκτύπωση
Κοινότητα Φιλολόγων Δωδεκανήσου.Φιλολογικά ΘέματαΝεοελληνική ΛογοτεχνίαΘέμα: Η Καβαφική ειρωνεία
Μεταπήδηση σε: