|
Evangelia
|
 |
« στις: Δεκέμβριος 03, 2007, 05:40:35 μμ » |
|
Στο σύγχρονο εφηβικό μυθιστόρημ,η μετάβαση στην ωρίμανση , υπό διαφορετικές κάθε φορά συνθήκες και ο καθοριστικός ρόλος του ψυχολογικού παράγοντα είναι από τις σταθερές συνιστώσες του. Μελετώντας μια πλειάδα σύγχρονων ελληνικών νεανικών μυθιστορημάτων είμαστε σε θέση να επιβεβαιώσουμε την ύπαρξη όλων των παραπάνω τάσεων, που εκδηλώνονται στο ευρύτερο παγκόσμιο πεδίο της Παιδικής και Νεανικής Λογοτεχνίας. Την πρώτη ύλη της έρευνάς μας απετέλεσαν τα εξής μυθιστορήματα(με αλφαβητική σειρά κατ' όνομα συγγραφέως) : Γρηγοριάδου- Σουρελή Γαλάτεια, Πριν από το τέρμα, Αθήνα,Πατάκης,1988. Δικαίου Ελένη, Μου μαθαίνετε να χαμογελάω , σας παρακαλώ; Αθήνα, Πατάκης, 1994. Δελώνης Α., Η Αγγέλικα της αγάπης, Αθήνα, Άγκυρα, 2004. Δελώνης Α., Η τάξη του ’97, Αθήνα, Άγκυρα, 1999. Δελώνης Α., Ιωάννα, Αθήνα, Άγκυρα, 2002. Κανάβα Ζωή, Στη γειτονιά της αγάπης, Αθήνα, Άγκυρα, 1999. Κοκκινάκη Νένα, Ψάχνοντας το άσπρο φως, Αθήνα, Πατάκης, 1995. Κοκκίνου Μαρία, Λίγο πριν από τα 18, Αθήνα, Κέδρος, 2005. Κοντολέων Μάνος, Οι δύο τους κι άλλοι δυο, Αθήνα, Άμμος, 1987. Παναγιωτοπούλου Λ., Άννυ και Αλέξανδρος, Αθήνα, Άγκυρα, 1994. Παπαθεοδώρου Β., Άλφα, Αθήνα, Φυτράκης, 2001. Πέτροβιτς- Ανδρουτσοπούλου Λότη, Ο κόκκινος θυμός, Αθήνα, Πατάκης, 2005. Πέτροβιτς- Ανδρουτσοπούλου Λότη, Σπίτι για πέντε, Αθήνα, Πατάκης , 1987. Σαρή Ζωρζ, Το ψέμα, Αθήνα, Κέρδος, 1974. Τίγκα Τούλα, Η βοή των υδάτων, Αθήνα, Πατάκης, 1996. Σε αυτά τα μυθιστορήματα, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή από την οποία αφορμώνται, παρουσιάζεται μπροστά μας ένα καλειδοσκοπικό σύμπαν με πλούσια και ποικίλη ανθρωπογεωγραφία. Σε τέτοιο βαθμό που δεν μας επιτρέπει σαφείς κατηγοριοποιήσεις και γενικεύσεις. Στα μυθιστορήματα κοινωνικού προβληματισμού για το εφηβικό κοινό είναι φανερό ότι η εφηβική ηλικία δεν νοείται πια ως ο αλλοτινός αρκαδικός παράδεισος και ότι έχουν πλέον καταρρεύσει όλες οι προγενέστερες βεβαιότητες περί απολυτότητας των ηθικών συστημάτων και των συμπεριφορικών κωδίκων. Τα παιδιά σήμερα είναι πιο υποψιασμένα και πιο «ενηλικο-τραπή». Εδώ η οικογένεια είναι πάντα ενταγμένη στο αφηγηματικό υλικό, συχνότερα στην στερεοτυπική της αναπαράσταση. Η μητέρα είναι συνήθως αυταρχική, απαιτητική, γκρινιάρα ή παραδοσιακή νοικοκυρά (Πριν από το τέρμα), ενώ ο πατέρας είναι παρών- απών και πιο ήπιος (Μου μαθαίνετε να χαμογελάω , σας παρακαλώ;, Λίγο πριν τα 18, Η γειτονιά της αγάπης). Σπάνια και οι δύο γονείς μοιράζονται το ρόλο του επόπτη της συμπεριφοράς των παιδιών τους (Η Τάξη του ’97) και ακόμα πιο σπάνια, στην περίπτωση απώλειας της συζύγου, ο πατέρας (Οι δυο τους κι άλλοι δυο, Σπίτι για πέντε), απελευθερώνεται από το στερεότυπο του ρόλου του και επιδεικνύει ευαισθησία και πραγματικό ενδιαφέρον για τα παιδιά του. Όπου οι γονείς είναι χωρισμένοι , ή στη διαδικασία χωρισμού (Το Ψέμα, Λίγο πριν τα 18, Σπίτι για πέντε) τα παιδιά αντιδρούν περισσότερο, επειδή νιώθουν μειονεκτικά απέναντι στους συνομήλικούς τους, ή διότι διασαλεύεται η προσωπική τους ισορροπία και οι συνήθειες. Δεν συγχωρούν τις ερωτικές αδυναμίες των γονιών τους, αλλά κάπου στο τέλος συμβιβάζονται με την ιδέα και προσαρμόζονται. Από την άλλη, η αιφνιδιαστική αποκάλυψη παλιότερων μυστικών της προσωπικής ζωής των γονέων (Η Αγγέλικα της αγάπης) δεν φαίνεται να κλονίζει την εφηβική ψυχολογία, εφόσον αυτά δεν προκαλούν ενδοοικογενειακή κρίση. Ούτε καν η βίωση αντιξοοτήτων , όπως είναι η παραμονή σε ορφανοτροφείο, ή η συμβίωση με πατριό και καινούριο αδελφάκι, δεν σημαδεύουν αρνητικά τη ζωή των έφηβων, εφόσον στη συνέχεια επικρατεί αρμονία και αλληλοαποδοχή (Ο κόκκινος θυμός). Ακόμα και η πληγή από την απώλεια ενός γονιού, που είναι μια αδιαμφισβήτητα τραυματική εμπειρία, μπορεί να επουλωθεί , εφόσον ο άλλος γονιός, αναλάβει τις ευθύνες του και δημιουργήσει μια ζεστή σχέση εμπιστοσύνης με το παιδί του (Οι δυο τους κι άλλοι δυο), ή όταν ένας καινούριος γάμος συμπληρώσει το κενό από την απώλεια (Σπίτι για πέντε). Οι οικογενειακοί καβγάδες έχουν πιο αρνητικές επιπτώσεις (Η βοή των υδάτων, Μου μαθαίνετε να χαμογελάω, σας παρακαλώ;) και μπορεί να οδηγήσουν έως και στην αυτοκτονία ή στη νευρική κατάρρευση. Η εγκατάλειψη από τον πατέρα προκαλεί μια χαίνουσα πληγή στην ψυχή του εφήβου, που άλλοτε εκδηλώνεται με τυφλό θυμό εναντίον του (Ο κόκκινος θυμός) και άλλοτε παίρνει τη μορφή ενός δυσαναπλήρωτου κενού που προκαλεί άδικη οργή προς τους ανθρώπους που τον αγαπάνε (Άννυ και Αλέξανδρος). Το εντελώς αρνητικό αντι- πρότυπο πατέρα (Άλφα) και η αίσθηση μοναξιάς και απόρριψης από την οικογένεια εκθέτουν τους νέους σε κινδύνους, επιπόλαιες επιλογές και απερίσκεπτες αντιδράσεις, που σε βάθος χρόνου όμως μπορεί να μετουσιωθούν σε πρώιμη ωρίμανση και υπευθυνότητα. Ο κοινός παρονομαστής είναι ότι οι νέοι χρειάζονται υποστήριξη, εμπιστοσύνη , ενθάρρυνση και ψυχική επαφή, επιθυμούν να βλέπουν τους γονείς τους ευτυχισμένους, αλλά είναι ρεαλιστές στο θέμα του χωρισμού, εφόσον αυτός δεν πληγώνει κάποιον από τους δύο. Το ζητούμενό τους είναι περισσότερο η ένταξη και αφομοίωσή τους από την ομάδα των συνομηλίκων τους. Η γνώμη του κοινωνικού περίγυρου είναι κατεξοχήν σημαντική γι αυτούς . Το φλέρτ – κυρίως στις μικρότερες ηλικίες - και ο έρωτας είναι στο επίκεντρο των αναζητήσεών τους ή τουλάχιστον πλαισιώνει τον κυρίως αφηγηματικό ιστό (Τάξη του ΄97, Λίγο πριν τα 18, Ο κόκκινος θυμός, Η γειτονιά της αγάπης, Η Αγγέλικα της αγάπης, Ιωάννα, Άννυ και Αλέξανδρος, Η βοή των υδάτων, Μου μαθαίνετε να χαμογελάω σας παρακαλώ;, Ψάχνοντας το άσπρο φως). Οι ερωτικές σχέσεις των νέων έχουν περάσει προ πολλού το στάδιο της πλατωνικής αγάπης και είναι πολύ πιο άμεσες και όχι σπάνια κυνικές. Ο εξιδανικευμένος πνευματικός έρωτας φυσικά δεν απουσιάζει (Ιωάννα, Ψάχνοντας το άσπρο φως, Πριν από το τέρμα), αλλά αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα, ενώ η φιλία – ομόφυλη ή ετερόφυλη - είναι εξίσου σημαντική (Το Ψέμα, Σπίτι για πέντε, Μου μαθαίνετε να χαμογελάω σας παρακαλώ;, Λίγο πριν τα 18, Άλφα, Η Αγγέλικα της αγάπης). Το πιο κοινό πρόβλημα της ηλικίας είναι η εκπαίδευση, με τις υψηλές απαιτήσεις, τα ασφυκτικά προγράμματα, την εντατικοποίηση, τη βαθμοθηρία, το ανούσιο περιεχόμενο σπουδών, το εξουθενωτικό εξεταστικό σύστημα, το άγχος για επιτυχία στις εξετάσεις, τους στενόμυαλους, απόλυτους και με απηρχαιωμένες αντιλήψεις καθηγητές. (Λίγο πριν τα 18, Η γειτονιά της αγάπης, Μου μαθαίνετε να χαμογελάω , σας παρακαλώ; Η Τάξη του ΄97, Ιωάννα, Ψάχνοντας το άσπρο φως, Πριν από τέρμα) . Άλλοτε την κριτική για το εκπαιδευτικό σύστημα την ασκεί κάποιο πρόσωπο που αντιπροσωπεύει την persona του συγγραφέα (ο καθηγητής Στεργίου στα μυθιστορήματα του Δελώνη, η καθηγήτρια Αντιγόνη στη Βοή των υδάτων) και μ’ αυτόν τον τρόπο αντισταθμίζεται η σχεδόν καθολικά αρνητική εικόνα του εκπαιδευτικού συστήματος και των εκπροσώπων του. Από την άλλη, το ενδιαφέρον των νέων για την πολιτική και τα ευρύτερα κοινωνικά προβλήματα είναι αμελητέο. Εκτενέστερες αναφορές , όπως στην Τάξη του ΄97 γύρω από το μακεδονικό, είναι μεμονωμένες. Επιπλέον η βία έχει εισχωρήσει στην καθημερινή πρακτική τους. Συχνά επιλύουν τις διαφορές τους με ξύλο, συσπειρώνονται σε παρέες και εκφράζουν αντιεξουσιαστικές τάσεις (Άλφα, Άννυ και Αλέξανδρος, Τάξη του ΄97 ). Η σημασία της επιμέλειας και της υψηλής σχολικής επίδοσης έχει απαξιωθεί. Ο καλός μαθητής τις περισσότερες φορές θεωρείται φυτό και σπασίκλας (Μου μαθαίνετε να χαμογελάω , σας παρακαλώ;, Το Ψέμα , Λίγο πριν τα 18) , ενώ η ψυχολογική πίεση των εξετάσεων συχνά αποδεικνύεται αβάσταχτη (Μου μαθαίνετε να χαμογελάω , σας παρακαλώ; η Βοή των υδάτων, Τάξη του ΄97). Η παρουσία όμως ενός κοντινού αγαπημένου προσώπου μπορεί να βοηθήσει στο ξεπέρασμα της απογοήτευσης και στην ανασύνταξη των δυνάμεών τους (Ψάχνοντας το άσπρο φως, Η Βοή των υδάτων ). Το φάσμα της ανεργίας επίσης, η αναξιοκρατία και η προοπτική της συνθηκολόγησης απασχολούν και προβληματίζουν τους έφηβους (Πριν από το τέρμα). Η εικόνα των εφήβων, όπως σκιαγραφήθηκε παραπάνω, αν και φέρει αναντίρρητα τη σφραγίδα των παιδαγωγικής σκοπιμότητας περιορισμών που ισχύουν στην Παιδική λογοτεχνία και υπακούει στην αναγκαιότητα της θετικής προτυποποίησης, ανταποκρίνεται σε μεγάλο βαθμό στη σημερινή πραγματικότητα. Οι έφηβοι λίγο ως πολύ εντάσσονται ομαλά στην κοινωνία και καθίστανται συμβατοί, καταφέρνοντας να συμμορφώσουν την έμφυτη τάση τους για αμφισβήτηση με τις επιταγές της πραγματικότητας και να προσαρμόσουν τις υψιπετείς, ευγενείς ψευδαισθήσεις τους στα μέτρα του εφικτού, χωρίς να χάνουν από τη δροσιά και την αγνότητα της φύσης της ηλικίας τους. Από την άλλη επανακαθορίζουν τις σχέσεις τους με το οικογενειακό τους περιβάλλον, τους φίλους και αγαπημένους τους, ενώ παράλληλα ασκούν κριτική στο σύστημα, κυρίως το εκπαιδευτικό και αγωνιούν για το μέλλον τους. Αυτό που εν τέλει βιώνουν οι νέοι, αρθρώνεται λακωνικά και ουσιαστικά μέσα από τις σκέψεις της Αντιγόνης ( Η βοή των υδάτων) στον εσωτερικό της μονόλογο : «Ερωτευμένος ίσον κορόιδο. Ευαίσθητος ίσον αφελής. Έντιμος ίσον βλάκας. Σεμνός ίσον αφανής». Στη βίαιη ανατροπή των αξιών, οι νέοι σε γενικές γραμμές υψώνουν τη δική τους κραυγή αγωνίας και διεκδικούν το δικαίωμά τους στο όνειρο.
ΟΙ ΕΦΗΒΟΙ ΣΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ – ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΑ ΚΛΙΣΕ
Η λογοτεχνία των παιδιών και η λογοτεχνία των ενηλίκων διαχωρίζονται , αλλά αλληλοτροφοδοτούνται και εμπλουτίζονται σε ένα αέναο παιχνίδι αποχωρισμού και συνάντησης. Οι αλλαγές των κοινωνικών δεδομένων (η αποδυνάμωση της γονικής επιρροής, η αύξηση της επίδρασης από ομάδες συνομηλίκων με την ιδιαίτερη τους υπο-κουλτούρα ,η παγκόσμια επικράτηση καταναλωτικών συμβόλων ως τρόπος ζωής και έκφρασης, η εμφάνιση νέων ελαστικότερων τρόπων συμβίωσης, εκτός γάμου, η ανάδειξη της νεότητας σε αυτοτελές ιδανικό), επέσυραν και δραστικές αλλαγές στην εφηβική λογοτεχνία. . Όπως όμως το εφηβικό μυθιστόρημα δεν στοχεύει μόνο στο εφηβικό αγοραστικό κοινό, αλλά με την ευρύτητα θεμάτων που έχει αγκαλιάσει, απευθύνεται εξίσου και σε ενήλικες , έτσι και η Mainstream λογοτεχνία μπορεί να υιοθετεί έφηβους ήρωες. Αν θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι κάθε έργο απευθύνεται νοερά σε ένα συγκεκριμένο κοινό, το οποίο εγγράφει στην οπτική του , τότε είναι αναμενόμενο, στα λογοτεχνικά έργα που απευθύνονται στο ενήλικο αναγνωστικό κοινό, η εικόνα των εφήβων να είναι λιγότερο εξιδανικευμένη και περισσότερο ρεαλιστική , ίσως ακόμα και σε βαθμό κυνισμού και πλήρους απομυθοποίησης των αρχέτυπων. Τα έργα από τα οποία θα αντλήσουμε στοιχεία είναι τα Διόδια του Β. Ραπτόπουλου (1982), οι Ανήλικοι του Τατσόπουλου (1980) και το Κάτσε καλά του Γ. Καρτέρη (2000) . Η εστίαση στα δύο πρώτα μυθιστορήματα είναι πολυπρισματική και μοιράζεται σε μια ομάδα συνομηλίκων, που αποτελούν τρόπο τινά ένα συλλογικό υποκείμενο και στο τελευταίο εναλλάσσεται ανάμεσα σε δύο νεαρούς φίλους. Η βασική συνταγή είναι πάντα παρούσα. ΄Όμως εδώ η αποτύπωση είναι πιο αληθοφανής και αδρή, απαλλαγμένη από την υποχρέωση εξωραϊσμού των καταστάσεων στο όνομα της προληπτικής λογοκρισίας. Οι φιλίες είναι περισσότερο περιστασιακές (στα Διόδια οι σχέσεις διαλύονται όταν οι δρόμοι των πρωταγωνιστών χωρίζουν), άλλοτε στη βάση του συμφέροντος και του υπολογισμού (διάφορες περιπτώσεις στους Ανήλικους) ή λιγότερο δεσμευτικές , εξομολογητικές ή αποκλειστικές (Κάτσε καλά). Oι εφηβικές σχέσεις είναι συχνά απογοητευτικά κακέκτυπα αυτών των ενηλίκων, με τα χαρακτηριστικά ελαττώματα της συμβατικότητας, της ρηχότητας, της επιπολαιότητας, του καιροσκοπισμού και της ηδονοθηρίας . Οι έρωτες είναι πιο εφήμεροι και επιφανειακοί (στο Κάτσε Καλά οι ερωτικές συνευρέσεις είναι ποικίλες και πολλές, χωρίς να προϋποτίθεται και η συγκινησιακή – συναισθηματική συμμετοχή σε αυτές, ενώ στους Ανήλικους η Βίκυ είναι χαρακτηριστικό δείγμα έφηβης με καθαρά αρσενική συμπεριφορά στον έρωτα, αδίστακτη, προκλητική και αχόρταγη). Ειδικά τα αγόρια κινούνται τις περισσότερες φορές από καθαρό ένστικτο υπακούοντας στα σωματικά ορμέμφυτα, των οποίων η ένταση ορίζει το σύνολο της συμπεριφοράς τους, χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν εξαιρέσεις περισσότερο ευαίσθητων παιδιών ( Αλέκος στο Κάτσε καλά , Αντρέας στους Ανήλικους, Μανολάκης στα Διόδια). Οι ερωτικοί σύντροφοι εναλλάσσονται χωρίς φραγμούς και η διαφορά ηλικίας στον έρωτα δεν παίζει κανένα ρόλο. Τα κορίτσια εξίσου δεν έχουν αναστολές ή κόμπλεξ στην ερωτική τους συμπεριφορά. (η Μυρσίνη στο Κάτσε Καλά αποδεικνύεται ότι εν γνώσει της συνευρίσκεται ταυτόχρονα με δύο φίλους, χωρίς η αναφορά να αφήνει αιχμές για ανηθικότητα). Ο πραγματικά δυνατός έρωτας βέβαια, δεν λείπει , αλλά δεν είναι πλέον ο κινητήριος μοχλός των ερωτικών επιλογών των εφήβων. Οι γονείς είναι μάλλον καρικατούρες των πάλαι ποτέ ένδοξων γονικών φιγούρων. Αναμασούν τετριμμένες νουθεσίες, επιθυμούν με παραδοσιακούς τρόπους – αυταρχισμό, απειλή, γκρίνια- να επιβάλλουν το κατά τη γνώμη τους σωστό στα παιδιά τους , φτάνοντας στο σημείο να παρουσιάζονται ακόμα και ανεπιθύμητοι ή γραφικοί (Διόδια), μάλλον σκιώδεις και χωρίς την παραμικρή ουσιαστική εξουσία ή επικοινωνία με τα παιδιά (Ανήλικοι), ενώ άλλοτε είναι σχεδόν απόντες, (Κάτσε καλά) . Έτσι επιβεβαιώνεται η διαπιστωμένη κοινωνιολογικά χαλάρωση των δεσμών των μελών της οικογένειας και ο εκφυλισμός των μεταξύ τους σχέσεων σε τυπικές ανταποδοτικού τύπου συναλλαγές. Ακόμα αποδεικνύεται η αδυναμία γενικότερα των γονέων να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις των σύγχρονων γονικών προτύπων καθώς και η απαξίωση των παιδιών να επενδύσουν στις οικογενειακές σχέσεις, μη προσδοκώντας πλέον από αυτές να αντλήσουν κατανόηση, στήριξη ή παρηγοριά. Οι γονείς εγκλωβισμένοι σε στεγανοποιημένες , δοτές κοινωνικές συμπεριφορές περιορίζονται στον άχαρο ρόλο της «γκρίνιας» υπό τη μορφή της συνεχούς υπενθύμισης των καθηκόντων των παιδιών τους, γκρίνια μέσα από την οποία προβάλλεται υπερτιμημένη η αξία των σπουδών , που έχει αναχθεί σε αυταξία και μέσο απόκτησης γοήτρου στην ελληνική κοινωνία .Στην κοινωνικοποιητική τους αποστολή τους αντικαθιστούν με μεγαλύτερη επιτυχία είτε άλλα οικεία πρόσωπα, όπως ο παππούς του Αλέκου ή ο καθηγητής Σωτήρης ( Κάτσε καλά), ή απλά η παρέα των συνομηλίκων ( Διόδια, Ανήλικοι) και σπανιότερα κάποιος κομματικός μηχανισμός (Ανήλικοι). Οι νέοι παρουσιάζουν ιδιότητες ενηλίκων και αυτονομούνται ταχύτερα, (οδηγούν αυτοκίνητο, καπνίζουν, επισκέπτονται οίκους ανοχής, κοιμούνται εκτός σπιτιού ή έχουν τους προσωπικούς τους χώρους ,δεν ζητούν την άδεια των γονέων για τις μετακινήσεις ή τις εξόδους τους, χρησιμοποιούν ανάρμοστες εκφράσεις ακόμα και προς τους μεγαλύτερους και τους γονείς τους) . Επιπλέον πολιτικοποιούνται , αν και με τον ίδιο επίπεδο- αδιάφορο τρόπο που εμπλέκονται και στις λοιπές, συνηθισμένες, νεανικές ασχολίες τους (μπιλιάρδο, μηχανές, πάρτυ), εκτός από μια μοναχική εξαίρεση, τη Τζένη στους Ανήλικους , για την οποία η πολιτική στράτευση ανάγεται σε σκοπός ζωής. Αυτό το στοιχείο πιθανόν ερμηνεύεται από το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα μυθιστορήματα αναφέρονται στη γενιά του ’80 , οπότε και υπήρχε ακόμα σημαντικό ρεύμα πολιτικοποίησης στους κόλπους της νεολαίας. Η ανησυχία για το μέλλον τους κορυφώνεται μόνο την περίοδο των εξετάσεων , ενώ η γνώμη τους για το εκπαιδευτικό σύστημα είναι καταπέλτης. Αντιλαμβάνονται το χάος που επικρατεί, απογοητεύονται και ισοπεδώνουν τις άλλοτε αυταπόδεικτες αξίες της γνώσης και της προόδου. Οι καθηγητές με σπάνιες εξαιρέσεις θεωρούνται βαρετοί, αναχρονιστικοί, στενόμυαλοι, επιρρεπείς στην κολακεία, χωρίς κύρος πειθήνια όργανα του συστήματος . Οι νέοι, όταν αντιδρούν στο εκπαιδευτικό σύστημα , διαμαρτύρονται περισσότερο από ανία και επιθυμία απώλειας διδακτικών ωρών, παρά από συνειδητή πολιτική τοποθέτηση (Κάτσε καλά- καταλήψεις).Είναι όμως αλληλέγγυοι μεταξύ τους καθώς και με τους καθηγητές που εκτιμούν και ξεχωρίζουν . Φυσικό επόμενο από όλα τα παραπάνω είναι η παντελής απουσία οποιασδήποτε συνθήκης θα μπορούσε να προσεγγίσει έστω και ανεπαίσθητα την έννοια του Ηρωισμού. Στο μυθιστορηματικό σύμπαν της Mainstream λογοτεχνίας τα ιδανικά τελούν υπό κατάρρευση ή έστω υπό αμφισβήτηση , τα ήθη ολοένα και χαλαρώνουν, οι αξίες απομυθοποιούνται και οι προθέσεις ακαλλώπιστες ξεγυμνώνονται. Αγνοείται η έννοια της αφοσίωσης, του αγώνα και της θυσίας ( μόνο η μορφή του Σωτήρη- Κάτσε καλά- ,αστραφτερού και αιρετικού πνεύματος, εκπροσώπου της θλιβερά υποβαθμισμένης τάξης των εκπαιδευτικών , αλλάζει το τοπίο της καθολικής μετριότητας). Αυτό που αξίζει να υπογραμμίσουμε όμως, τουλάχιστον για τους Ανήλικους και το Κάτσε καλά και σε σύγκριση με τα δείγματα από τη νεανική λογοτεχνία που εξετάσαμε νωρίτερα, είναι ο πολυγλωσσισμός τους . Ετερογενείς υφολογικές ενότητες και διαφορετικά γλωσσολογικά επίπεδα διαμορφώνουν έναν ιδιότυπο κοινωνικό διάλογο γλωσσών, διαστρωματώνονται αλλά διατηρούν την αυτονομία τους, συνθέτοντας ένα ποικίλο όλο. Η νεανική ιδιόλεκτος αποτυπώνεται ζωντανή και ρέουσα , χωρίς επιτηδεύσεις και ωραιοποιήσεις και ενισχύει την αίσθηση της απώλειας ενός κέντρου, την υποκειμενικότητα και τις φυγόκεντρες τάσεις της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι στο αρχετυπικό μυθιστόρημα εφηβείας ο καθοριστικότερος παράγοντας μύησης είναι ο έρωτας, καθόσον στην εφηβεία μιας αλλοτινής εποχής ο έρωτας ήταν ταμπού και γι αυτό ήταν προφανώς περιβεβλημένος με αίγλη και μυστήριο. Στα σύγχρονα εφηβικά μυθιστορήματα, ο έρωτας χωρίς να έχει εκθρονιστεί, μοιράζεται τη θέση του με ποικίλα άλλα θέματα, ανάλογα με τον προσανατολισμό και το περιεχόμενο του εκάστοτε κοινωνικού πλαισίου , που τοποθετείται η ιστορία. Ο ρόλος της οικογένειας και οι σπουδές απασχολούν επίσης σοβαρά τους νέους., ενώ στην πλειοψηφία τους διψούν για ιδανικά και αξίες. Στη δε λογοτεχνία για ενήλικες, οι έφηβοι παρουσιάζονται με πιο αδρά και ρεαλιστικά χαρακτηριστικά, προσεγγίζουν συμπεριφορικά τους ενήλικες, είναι πιο κυνικοί, καυστικοί και τολμηροί.
|