chara
Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Δωδεκανήσου.
Global Moderator
Newbie
   
Αποσυνδεδεμένος
Φύλο: 
Μηνύματα: 7
Χαρά Κοσεγιάν
|
 |
« στις: Δεκέμβριος 05, 2007, 11:03:00 πμ » |
|
Κυρίες και κύριοι, Η συζήτηση για την ελληνική γλώσσα παραμένει πάντοτε επίκαιρη κι οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα κι αυτό ισχύει όχι μόνο γιατί συμβαίνουν συχνά παλινωδίες και πισωγυρίσματα στις απόψεις των φιλολόγων, των γλωσσολόγων ή ακόμα και των οποιονδήποτε ενδιαφερομένων για τη γλώσσα που εκφράζουν θεμιτά και δικαίως μεν, τις απόψεις τους, κάνοντας λόγο όμως εντελώς ατεκμηρίωτα για δύο διαφορετικές γλώσσες, τα Αρχαία και τα Νέα Ελληνικά, αλλά γιατί, ακόμα κι αν παραδεχτούμε, ότι στο επίπεδο της κατάκτησης της γλώσσας από τους Νεοέλληνες –κατανόηση, χρήση, λεξιλογικό πλούτο, ορθογραφία- τα πράγματα είναι υπέροχα –που δεν είναι- φροντίζουμε για να έχουμε.
Ελληνικό Αλφάβητο
Δεν θα μιλήσω για λεξιπενία, ούτε για γλωσσική παρακμή. Δεν είμαστε «γλωσσαμύντορες», ούτε κινδυνολόγοι συλλήβδην για τη γλώσσα που γράφεται διδάσκεται και ομιλείται . Μακριά από μένα οι δαιμονοποιήσεις και οι αφορισμοί. Δεν θα μιλήσω φυσικά για απόρριψη της Νέας Ελληνικής, ούτε για κατάργηση της δημοτικής. Φέτος γιορτάζουμε τα 30 χρόνια από την καθιέρωση της Νεοελληνικής, της απλούστερης γλώσσας του προφορικού λόγου των Ελλήνων, ως επίσημης γλώσσας του κράτους μας κι είναι μια επέτειος που πρέπει να προσέχουμε ιδιαίτερα και να τιμούμε, διότι με αυτήν ήρθε να μπει τέλος στο ολέθριο γλωσσικό ζήτημα, τη γλωσσική σύγχυση, που ταλάνισε τη χώρα από την ίδρυση του ανεξάρτητου κράτους το 1830 και για ενάμιση αιώνα περίπου.Τη γλώσσα όμως πρέπει να μπορούμε να τη δούμε από δύο βασικές οπτικές γωνίες, στη συγχρονική της διάσταση, απλωμένη οριζόντια στο χρόνο και στις τοπικές ιδιολέκτους και στη διαχρονική της διάσταση, κάθετα στο χρόνο, εκτεθειμένη στην εξέλιξή της. Η διαχρονική προσέγγιση της Ελληνικής γλώσσας αποκαλύπτει δύο καίριες διαστάσεις της: α) την οικουμενικότητα της Ελληνικής. β) τον ενιαίο χαρακτήρα της. Η οικουμενικότητα της Ελληνικής - επισημαίνει ο Γ. Μπαμπινιώτης - οφείλεται στο υψηλό γόητρο που απέκτησε διεθνώς μέσα από τα κείμενα της επιστήμης, της λογοτεχνίας και του εν γένει στοχασμού της αρχαιότητας. Οφείλεται επίσης στη λειτουργία της, επί Μ. Αλεξάνδρου, ως διεθνούς γλώσσας του πολιτισμού και του εμπορίου, στο κύρος της ως γλώσσας της βυζαντινής αυτοκρατορίας στον Μεσαίωνα, στην αίγλη της ως γλώσσας του πνεύματος στην Αναγέννηση, στην καθιέρωσή της ως γλώσσας της διεθνούς επιστημονικής ορολογίας και στην ισχύ που απέκτησε ως επίσημη γλώσσα της νέας θρησκείας, του χριστιανισμού. Με τον όρο ενιαίο χαρακτήρα Ελληνικής γλώσσας εννοούμε ότι ο ίδιος λαός, οι Έλληνες, στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, την Ελλάδα, μιλάει χωρίς διακοπή 40 αιώνες τώρα και επίσης γράφει -με την ίδια γραφή (από τον 8ο π.Χ. αι.) και την ίδια ορθογραφία (από το 400 π.Χ.)- την ίδια γλώσσα, την Ελληνική. Αυτό βεβαίως είναι γνωστό. Τα προβλήματα ξεκινούν με την υιοθέτηση της οποιασδήποτε μονομέρειας. Αν περιοριστούμε –για παράδειγμα- στη συγχρονική διάσταση τότε θα μιλήσουμε όχι μόνο για δύο ξεχωριστές γλώσσες, τα Αρχαία και τα Νέα, αλλά για πολύ περισσότερες. Την ελληνιστική, τη Βυζαντινή, τη μεσαιωνική και ίσως και άλλες. Ωστόσο, πρέπει να προσέξουμε ότι στα Ελληνικά δεν δημιουργήθηκε κάποιο ρήγμα, όπως συνέβη , για παράδειγμα, στις Λατινικές και τις Ρωμανικές γλώσσες.
Τα Αρχαία Ελληνικά δεν αποτελούν ξένη γλώσσα για το σημερινό Έλληνα, όπως συμβαίνει με τα Αγγλοσαξωνικά για το σύγχρονο Άγγλο, επισημαίνει ο Browning. Ξεκινούμε έτσι από λογικές αυτονομίας και φτάνουμε πολύ μακρύτερα, να μιλούμε για «διγλωσσία», αποκηρύσσοντας τη σχέση ΑΕ και ΝΕ ως μη υπάρχουσα, κάνοντας ακόμα λόγο και για «διαχρονικό δανεισμό» της νέας από την αρχαία εμμένοντας και υπογραμμίζοντας τις διαφορές ανάμεσα στις δύο γλωσσικές μορφές και όχι τα κοινά τους στοιχεία. Κι έτσι φτάνουμε στην αντίπερα όχθη, σε ένα σύγχρονο αποκλεισμό. Η πόλωση αυτή δημιουργεί την εντύπωση ότι έχουμε να κάνουμε με δύο διαφορετικές γλώσσες, για «διγλωσσία», ενώ στην ουσία μιλούμε για «διμορφία» ή «δι-υφία», για μια δομικά ενιαία δηλαδή γλώσσα, η οποία επιφανειακά διαφοροποιείται. «Δυο διαφορετικές γλώσσες δεν θα μπορούσαν ποτέ να συναντηθούν και να δημιουργήσουν δομικώς ενιαία μορφή, όπως είναι η σύγχρονη καθομιλουμένη», υποστηρίζει ο κ. Μπαμπινιώτης. «Η διαφοροποίηση, δε, που μπορεί να σημαίνει και εξέλιξη και αλλαγή, είναι πολύ φυσική και ορθή, διότι η γλώσσα από τη φύση της είναι ένας βαθύτατα εξελικτικός θεσμός. Αυτό εξηγεί το γιατί όταν κοιτάξεις από απόσταση δύο διαφορετικές μορφές της γλώσσας που απέχουν και χρονικά μεταξύ τους σου φαίνονται ολότελα ξένες η μία προς την άλλη. [[[ Ένας φίλος το έδωσε ιδιαίτερα παραστατικά. Βλέπουμε δυο φωτογραφίες ενός μικρού κοριτσιού και μιας μεγάλης γυναίκας. Φαίνονται δυο τελείως διαφορετικά άτομα. Είναι όμως φωτογραφίες της ίδιας γυναίκας. Φωτογραφίσαμε όμως τη στιγμή και κάναμε το λάθος να μην αναζητήσουμε τη σχέση. Έτσι και με τη γλώσσα.]]]] Βλέποντας τις δυο μορφές της, ξεχνούμε, ή για κάποιους δυσνόητους λόγους δεν θέλουμε να θυμόμαστε, πως είναι δυο στιγμές στην ίδια γραμμή, πως πρόκειται για την ίδια ευθεία. Από κεί και πέρα, είναι πολλά τα κοινά στοιχεία, σε όλα τα επίπεδα της γλώσσας, ώστε να μην μπορούμε να μιλήσουμε για διγλωσσία. Στο φωνολογικό αρχικά επίπεδο, παρότι έχουμε την επικράτηση των τύπων φτωχός αντί πτωχός, χτίζω αντί κτίζω, ή χτες αντί χθες, έχουμε ένα μεγάλο σώμα λέξεων όπως οι : πτώμα, αίσθήμα, αφθονία, οπτικός, εκτιμώ, ασθενής, αυτοκτονία, που δείχνουν επηρεασμό από τη λόγια παράδοση. Στη συνέχεια, αν και στο μορφολογικό επίπεδο, η κλίση του ονόματος και του ρήματος έχουν απλοποιηθεί σημαντικά στην ΚΝΕ, στο συντακτικό επίπεδο η δομή της ΝΕ είναι μάλλον προϊόν συνθέσεως με έντονη τη λόγια παρουσία. Εκεί όμως που η συνάντηση των δύο γλωσσικών μορφών, της σύγχρονης και της παλαιότερης, είναι γεγονός, είναι το λεξιλόγιο. Η σύγχρονη γλώσσα προκειμένου να ανταποκριθεί με οικονομία και πληρότητα στις επικοινωνιακές της ανάγκες, εκτός από τις νεόπλαστες λέξεις ή τα ξένα δάνεια, επέλεξε, συνέθεσε και αξιοποίησε στοιχεία, που ξεκινούν από την αρχαία μορφή, μέσα από τα κληρονομημένα στοιχεία , τα οποία δεν είναι ένας μικρός αριθμός τύπων, αλλά ενας τεράστιος όγκος, και αποτελούν αυτό ακριβώς που ονομάζουμε «συνέχεια» της Ελληνικής γλώσσας. Και δεν πρόκειται βεβαίως για υποτίμηση της ΝΕ έναντι της ΑΕ- όσο κι αν αυτό είναι το μόνιμο επιχείρημα και η απόλυτη βεβαιότητα κάποιων που προσπαθούν να ερμηνεύσουν γιατί κάποιοι άλλοι –εμείς εν προκειμένω- δεν αρνούμαστε την αποδοχή και αναγνώριση πρωιμότερων μορφών της γλώσσας μας μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα . Έτσι ώστε τα παιδιά μας να χαίρονται τον Παπαδιαμάντη στη γλώσσα που γράφτηκε, γιατί σε αυτή τη γλώσσα το τραγούδησε ο συγγραφέας κι έχουμε εκείνη τη μουσικότητα στα αυτιά μας «του χορευτού και νανουρισμένου ύπνου» κάθε φορά που βυθιζόμαστε στις εικόνες του κι όχι να χρειάζεται να κυκλοφορήσει στη σύγχρονη απόδοση για να τον διαβάσουν. Αυτή είναι η άλλη ακρότητα. Φοβάμαι –μάλιστα- ότι έτσι μπορεί να τον διαβάσουν, αλλά δεν θα μπορέσουν να τον χαρούν… Ωστόσο, αυτή τείνει να γίνει η «σύγχρονη πρόταση». Υποστηρίζεται μάλιστα, ότι όσοι κινδυνολογούν για την απόδοση στη νε αυτών των κειμένων θα έπρεπε να ανησυχούν και για τις διασκευές λογοτεχνικών κειμένων για τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το θέατρο, ή ακόμα και για τις μελωποιήσεις ποιημάτων , παραγνωρίζοντας ότι μια τέτοια μεταφορά αφορά άλλο επίπεδο χρήσης της γλώσσας και άρα θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και συγχρονικά. Ένα λογοτεχνικό έργο για παράδειγμα, προκειμένου να μεταφερθεί στην τηλεόραση, θα υποστεί διασκευή, έτσι που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του μέσου στο οποίο μεταφέρεται. Είναι λυπηρό λοιπόν να χρησιμοποιούνται τέτοιας τάξης σοφίσματα για να καλύψουν αφενός το κενό της αδυναμίας των νέων να προσεγγίσουν παλαιότερες μορφές του λόγου τους και αφετέρου την αδυναμία του εκπαιδευτικού συστήματος να τη διδάξει, διότι δυστυχώς η ανάλογη προσέγγιση και ο κατάλληλος τρόπος για μια τέτοια διδασκαλία βρίσκεται συχνά μακριά από την ιδεολογία και τη γνώση των εχόντων την ευθύνη του σχεδιασμού των Αναλυτικών Προγραμμάτων. Δεν πρόκειται λοιπόν για υποτίμηση, ούτε για «την αυθαίρετη υπόθεση ότι η ΝΕ χρειάζεται την ΑΕ για να καλύπτει τα κενά της» , αλλά για τη διαπιστωμένη πραγματικότητα σύνθεσης και συγκερασμού των δύο γλωσσικών μορφών, μέσα από τις δυνατότητες επιλογής που προσφέρει η α΄ στη β΄. Αυτές δε οι επιλογές πρέπει να γίνει συνείδηση ότι είναι στη διακριτική ευχέρεια του κάθε χρήστη της γλώσσας. Κανονιστικού τύπου ρυθμίσεις, προσδιορισμός ορίων, κανονικοτήτων, πραγμάτων που επιτρέπονται ή που απαγορεύονται στην καθημερινή γλώσσα υπό αυτήν την έννοια δεν νοούνται. [Μπαμπινιώτης 1979, σ. 67-70]. Η συνεχής χρήση επιβάλλει και διαμορφώνει τη γλωσσική πραγματικότητα και εμείς μπορούμε μόνο να την παρατηρούμε και να την καταγράφουμε. Ακόμα περισσότερο να την κατανοούμε, να την ερμηνεύουμε σε βάθος, μέσα από την ιστορική της διαδρομή και τις σημασίες της και να την εμπλουτίζουμε. Διότι η αλλαγή, όχι μόνο δεν αναιρεί, αλλά επιβεβαιώνει την ενότητα της γλώσσας μας. Αυτό όμως για να το καταλάβουμε, γιατί μόνο με παραδείγματα πρέπει να μιλούμε, αλλά και για να το χαρούμε –κυρίως μάλιστα για αυτό- θα περιδιαβούμε μια λέξη –αρχίζοντας από την αρχική της βαθμίδα, την πρώτη ρίζα της λέξης και παρακολουθώντας μέσα από το δικό της χτίσιμο, το χτίσιμό της ίδιας της γλώσσας, του συστήματος της, μέσα δηλαδή από τα παράγωγα και τα σύνθετά της, θα νοιώσούμε την οικονομία της.
|