|
Admin
|
 |
« στις: Αύγουστος 27, 2009, 05:32:14 μμ » |
|
Χαρά Κοσεγιάν , δ.φ.
ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ Γ ΄ΛΥΚΕΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ
Ο δημιουργός και το έργο του
Ο Δημήτρης Χατζής γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1914, μέσα στη βουή του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και ανδρώθηκε στον δεύτερο. Ο παππούς κι ο πατέρας του ήταν τυπογράφοι: «Τρεις γενιές γραφιάδες και τυπογράφοι», έλεγε χαριτολογώντας ο ίδιος για την οικογένειά του. Φοιτητής εγκατέλειψε τη γενέτειρα πόλη κι ήρθε στην Αθήνα να σπουδάσει Νομικά. Αλλά διέκοψε τις σπουδές του για οικονομικούς λόγους, ενώ στη συνέχεια εξορίστηκε από τη Μεταξική Δικτατορία. Την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής αγωνίστηκε υπέρ της απελευθέρωσης της πατρίδας του. Τότε πρωτοεμφανίζεται και στα γράμματα: η συλλογή από τρία αυτόνομα διηγήματα που κυκλοφόρησε το 1946, [«Φωτιά», «Πόλεμος», «Δρόμος»] ,έχει θέμα της τους ασθενέστερους οικονομικά, που ζουν το δράμα τους στην κατοχή και αγωνίζονται στην αντίσταση. Η δίνη του εμφυλίου που ακολούθησε το αντάρτικο τον έδιωξε μετανάστη πρώτα στη Ρουμανία, μετά στην Ουγγαρία, στη συνέχεια στο Ανατολικό Βερολίνο για να καταλήξει στην Ουγγαρία, όπου έμεινε ως το 1973, οπότε βρέθηκε στη Γενεύη. Στη διάρκεια της εξορίας του σπούδασε Ελληνική φιλολογία, εργάστηκε ως ερευνητής, ενώ δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης. Εκείνα τα χρόνια [πρώτη έκδοση στο Βουκουρέστι , 1952] εκδίδονται «Το τέλος της μικρής μας πόλης», μια συλλογή από εφτά διηγήματα [:Ο Σιούλας ο Ταμπάκος, «ο Τάφος», «Σαμπεθάι Καμπικλής», «Η θεία μας η Αγγελική», «Ο Ντετέκτιβ», «Η διαθήκη του Καθηγητή», «Μαργαρίτα Περδικάρη»], όπου ζωντανεύει ο χαρακτήρας μιας επαρχιακής μας πόλης, που φανερα είναι τα Γιάννενα, η οποία σταδιακά αλλοτριώνεται κάτω από την επιδραση της μηχανής και την ανάπτυξη του κεφαλαίου. Με αναφορα πάλι στους απλούς ανθρωπους είναι και η επόμενη συλλογή του , «Οι Ανυπεράσπιστοι», που εκδίδεται το 1966. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα επανήλθε στη χώρα του , μετά από 25 χρόνια εξορίας, όπου γνωρίζει την αναγνώριση ως αγωνιστή, αλλά κι ως συγγραφέα. Τότε [1976] κυκλοφορεί το «Διπλό Βιβλίο», μια καταγραφή εμπειριών των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία , όπου ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται σε μεγάλο βαθμό παρουσιάζοντας τα δικά του βιώματα από την παραμονή του στις Ανατολικές χώρες. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και η συλλογή «Σπουδές» , «διηγήματα ξανατυπωμένα και άλλα», όπου για πρώτη φορά δημοσιεύονται μόνο τα δύο. Ακολουθεί το 1979 η «Θητεία», αγωνιστικά κείμενα της περιόδου 1940-1950, ενώ έγραψε και μελετήματα για τη γλώσσα και την πολιτική που εκδόθηκαν το 1975. Το 1980 διευθύνει το περιοδικό «Το Πρισμα», μια «Έκδοση Επιλογής από την Παγκόσμια Λογοτεχνία , που κλείνει στο τέταρτο τεύχος με το θάνατό του,το 1981.
Κριτική για το έργο του:
Η κριτική γενικά υποδέχτηκε το έργο του Δημήτρη Χατζή ευνοϊκά. Θεωρείται από τους αξιολογότερους κοινωνικούς πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς. Ο Χατζής, και λόγω της ιδεολογικής τοποθετησής του, εξέφρασε τους φτωχούς, μα περήφανους ανθρώπους της ελληνικής υπαίθρου που προτιμούν να φύγουν αναζητώντας καλύτερη τύχη, παρά να κακομοιριάζουν και να μεμψιμοιρούν. Δεν σημαίνει πως απ‘ αυτή τη μάχη ο άνθρωπος βγαίνει κερδισμένος. Αξία όμως έχει ότι αγωνίστηκε και μέσα από την ήττα του ακόμα, μεταφέρει ένα μήνυμα. Η σύγκρουση ανθρώπου- μηχανής είναι για το Χατζή το κομβικό σημείο αλλαγής του κόσμου εκείνη την περίοδο, η αιτία της αλλοτρίωσης του ατόμου αρχικά από τα πράγματα, και στη συνέχεια από τον ίδιο του τον εαυτό, και με το έργο του την καταδεικνύει, διδάσκει υπερηφάνεια κι απαιτεί καλύτερη ζωή. Στο «Διπλό Βιβλίο», το αίτημα της καλύτερης ζωής οδήγησε τους ανθρώπους μακριά από τα σπίτια τους , στα εργοστάσια της Κεντρικής Ευρώπης, για να ζουν σε μικρά κλουβιά, με άθλιες συνθήκες δουλεύοντας αδιαμαρτύρητα, ασταμάτητα, στην «ίδια νόρμα»,σε χώρους που περισσότερο μοιάζουν με φυλακές, ο Χατζής, απογοητευμένος και από τη μεταπολεμική κατάσταση στην Ελλάδα , αλλά κι από τη διαμορφωμένη κατάσταση στον κόσμο, που μοιραία οδηγούν στη σκλαβιά και στην εξαθλίωση τον καθημερινό άνθρωπο, εκφράζει τον πόνο του και ολόγλυφα παρουσιάζει τους «ηττημένους». Στο «Τέλος της Μικρής μας πόλης» είναι ήδη φανερή η θλίψη από την κοινωνική διάβρωση και τη σήψη που προκαλεί η αυθαιρεσία του οικονομικού κεφαλαίου. Ο συγγραφέας συμπάσχει με το εσωτερικό δράμα των προσώπων του που είναι καταδικασμένοι να αφανιστούν μαζί με την κοινωνική ομάδα που τους έχει δημιουργήσει.. Στους «Ανυπεράσπιστους» είναι πιο έντονο το ότι οι αδύνατοι κι οι κατατρεγμένοι μένουν ακάλυπτοι στις νέες συνθήκες. Ο ίδιος ο συγγραφέας σε συνέντευξή του λέει: : ποιο θα ήταν άραγε το τέλος τους; Ως πού μπορεί να φτάσει ο ίδιος ο συγγραφέας πρόσωπα που για χρόνια «ταξίδεψε» μαζί τους, που τους έπλασε ο ίδιος και είδε να τον παρασέρνουν στα πιο μεγάλα βάθη;]. Αυτό συνέβη και δεν ισχύει – ας μας επιτραπεί- αυτό που ισχυρίζεται ο Σαχίνης ότι συμβαίνει, πως ο Χατζής, δηλαδή, «δεν έχει το ευρύ στέρνο του γνήσιου μυθιστοριογράφου, του πληθωρικού αφηγητή που θ’ αδράξει τη ζωή από τα μαλλιά και θα την αναπλάσει με το βόμβο και τον παλμό της…Το διπλό βιβλίο είναι έργο σχηματικό, κομματιαστό, αποσπασματικό…» Το ξέρει κι ο συγγραφέας και μας προειδοποιεί: « Τους βλέπω πολύ καλά τους σπασμένους αρμούς του βιβλίου μου…Η εικόνα που δεν τελειώνεται μέσα στη σημερινή ελληνική κοινωνία, η σημερινή ελληνική κοινωνία που δεν τελειώνεται μέσα σ’ αυτήν. Δεν μπορώ να προχωρήσω, να τα δέσω πρόσωπα και καταστάσεις σε μιαν ενότητα. Τα πρόσωπα σπάζουν, το σκηνικό που ‘ναι πίσω δεν φαίνεται καθαρά – οι δυνάμεις , οι διαρθρώσεις, οι ροπές, οι αντιστάσεις. Το σκηνικό…Δεν είναι ακριβώς ερείπια, -είναι κομμάτια, ψηφιά σκορπισμένα. Και δεν ενώνονται το ‘να με τ’ άλλο.» Αυτή όμως είναι και η ομορφιά και η ιδιαιτερότητα της γραφής του: οι ίδιοι οι ήρωες στη ζωή δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ: αυτός άριστα απεικόνισε τη ζωή τους. Κι αυτή κομματιασμένη, χωρίς ραχοκοκκαλιά, σπασμένη σε χίλια κομμάτια. Όλα αυτά άλλωστε δίνουν στο βιβλίο το χαρακτήρα του «σταθμού στον αφηγηματικό λόγο των λογοτεχνών στην Ελλάδα» . Ο συγγραφέας είναι ρεαλιστής. Απεικονίζει πιστά, σχεδόν φωτογραφικά την πραγματικότητα , σε λόγο λιτό, καθημερινό, καθαρό. Στόχο έχει να «δείξει» και να «διδάξει» . Από πολλούς μάλιστα χαρακτηρίζεται από αυτό που ονομάζεται «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», δεδομένου ότι έχει σταθερό ιδεολογικό προσανατολισμό και σε μεγάλο βαθμό η πεζογραφία του είναι στρατευμένη. Ωστόσο, γενικότερα ομολογείται ότι αυτό δεν αντιβαίνει σε βάρος του αισθητικού αποτελέσματος. «Καθώς βαθαίνει στη μελέτη του καλλιτεχνικού φαινομένου- υποστηρίζει ο Παγανός, απορρίπτει βαθμιαία τα ρητορικά χαρακτηριστικά και τις υπερβολές αυτού του κινήμ
|